- κρωμακίσκος
- κρωμακίσκοςGrammatical information: m.Meaning: `young pig' (Antiph. 215: dub.)Origin: XX [etym. unknown]Etymology: Unknown.
Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). Robert S.P.. 2010.
Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). Robert S.P.. 2010.
κρωμακίσκος — κρωμακίσκος, ὁ (Α) [κρώμαξ] πιθ. γουρουνάκι … Dictionary of Greek
κρωμακίσκος — young pig masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)